000 | 05115nam a2200265 4500 | ||
---|---|---|---|
001 | 4316 | ||
010 | _a960-03-0791-1 | ||
090 | _a4316 | ||
100 | _a20180110d1991 m||y0grey50050 ga | ||
101 | 0 | _agre | |
102 | _aGR | ||
105 | _ay|||z|||000ay | ||
106 | _ar | ||
200 | 1 |
_aΠάσχα στο χωριό _fΑντώνης Σουρούνης |
|
210 |
_aΑθήνα _cΚαστανιώτης _d1991 |
||
215 |
_a131 σ. _d21 εκ. |
||
330 | _aΤρεις φίλοι - δυο άντρες και μια γυναίκα - διασχίζουν μ' ένα μεθυσμένο ντεσεβό τη μισή Ελλάδα για να κάνουν «Πάσχα στο χωριό», τέτοιο που βλέπανε στις ζωγραφιές των βιβλίων όταν ήταν παιδιά. Τίποτα όμως απ' αυτά δεν υπάρχει. Ούτε οικογένειες να τρώνε ευτυχισμένες στο γρασίδι, ούτε αρνάκια να τρώνε το γρασίδι, ούτε και τσολιάδες να χοροπηδάνε γύρω τους. Υπάρχει όμως Ανάσταση. Άσχετα αν δε χτυπούν καμπάνες, δεν πέφτουν τουφεκιές και δε σκάνε πυροτεχνήματα στον ουρανό. Μια ανάσταση που δε φαίνεται, δεν ακούγεται και κανείς από τους τρεις τους δε μιλάει γι' αυτή. «... Πάσχα στο χωριό δε σημαίνει αναγκαστικά άσπρες λαμπάδες, κόκκινα αβγά και σουβλιστό αρνί την εποχή που βγαίνουν οι παπαρούνες. Ούτε και σταυρωτά φιλιά. Παπαρούνες μπορούν ν' ανθίσουν και τον Γενάρη, φτάνει να το θες. Ο καθένας μπορεί ν' αναστηθεί, όπου θέλει κι όποτε θέλει. Θα το καταλάβει όταν ασπαστεί τον εαυτό του. Κι επειδή μόνοι μας ερχόμαστε στον κόσμο και μόνοι μας φεύγουμε, ε, πρέπει, αν θέλουμε ν' αναστηθούμε, να είμαστε κι εκεί μόνοι, ολομόναχοι. Για να μην υπάρχουν μάρτυρες και να μην το πιστεύει κανείς. Έτσι ώστε να είμαστε συνεχώς αναγκασμένοι να πράττουμε για να μας πιστέψουν οι άλλοι κι όχι συνεχώς να μιλάμε». | ||
330 | _aΤρεις φίλοι - δυο άντρες και μια γυναίκα - διασχίζουν μ' ένα μεθυσμένο ντεσεβό τη μισή Ελλάδα για να κάνουν «Πάσχα στο χωριό», τέτοιο που βλέπανε στις ζωγραφιές των βιβλίων όταν ήταν παιδιά. Τίποτα όμως απ' αυτά δεν υπάρχει. Ούτε οικογένειες να τρώνε ευτυχισμένες στο γρασίδι, ούτε αρνάκια να τρώνε το γρασίδι, ούτε και τσολιάδες να χοροπηδάνε γύρω τους. Υπάρχει όμως Ανάσταση. Άσχετα αν δε χτυπούν καμπάνες, δεν πέφτουν τουφεκιές και δε σκάνε πυροτεχνήματα στον ουρανό. Μια ανάσταση που δε φαίνεται, δεν ακούγεται και κανείς από τους τρεις τους δε μιλάει γι' αυτή. «... Πάσχα στο χωριό δε σημαίνει αναγκαστικά άσπρες λαμπάδες, κόκκινα αβγά και σουβλιστό αρνί την εποχή που βγαίνουν οι παπαρούνες. Ούτε και σταυρωτά φιλιά. Παπαρούνες μπορούν ν' ανθίσουν και τον Γενάρη, φτάνει να το θες. Ο καθένας μπορεί ν' αναστηθεί, όπου θέλει κι όποτε θέλει. Θα το καταλάβει όταν ασπαστεί τον εαυτό του. Κι επειδή μόνοι μας ερχόμαστε στον κόσμο και μόνοι μας φεύγουμε, ε, πρέπει, αν θέλουμε ν' αναστηθούμε, να είμαστε κι εκεί μόνοι, ολομόναχοι. Για να μην υπάρχουν μάρτυρες και να μην το πιστεύει κανείς. Έτσι ώστε να είμαστε συνεχώς αναγκασμένοι να πράττουμε για να μας πιστέψουν οι άλλοι κι όχι συνεχώς να μιλάμε». | ||
606 |
_938163 _aΝεοελληνική πεζογραφία _z20ός αι. |
||
676 | _a889.334 | ||
700 | 1 |
_4070 _aΣουρούνης _bΑντώνης _f(1942-) |
|
801 |
_aGR _bLIBR_Malevizi _gAACR2 |