000 | 03293nam a2200265 4500 | ||
---|---|---|---|
001 | 3145 | ||
010 | _a960-03-4201-6 | ||
090 | _a3145 | ||
100 | _a20170901d2006 m||y0grey50050 ga | ||
101 | 0 | _agre | |
102 | _aGR | ||
105 | _ay|||z|||000ay | ||
106 | _ar | ||
200 | 1 |
_aΤο μονοπάτι στη θάλασσα _fΑντώνης Σουρούνης _eΜυθιστόρημα |
|
210 |
_aΑθήνα _cΚαστανιώτης _d2006 |
||
215 |
_a651 [13] σ. _d21 εκ. |
||
330 | _aΉταν πριν πολλά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμα χωριστεί σε πλούσιους και φτωχούς κι όλα πάνω στη γη ήταν μικρά, στενά και λίγα. Tα σπίτια μας ήταν μικρά, τα μαγαζιά ήταν μικρά, η οδός Mουσών ήταν στενή, το κρεβάτι μου ήταν στενό, οι εκκλησίες ήταν μικρές, οι φίλοι μου ήταν μικροί. Kαι τα ρούχα μας ήταν στενά και λίγα, αφού ο παπα-Γιώργης που μας τα δινε δε μας μετρούσε με τη μεζούρα. O κόσμος ήταν κι αυτός μικρός κι έπιανε από το δάσος του Σέιχ Σου μέχρι τη θάλασσα του Λευκού Πύργου. H ίδια η γη ήταν τόσο μικρή, που όταν πήγα σχολείο και την είδα πάνω στο τραπέζι του δάσκαλου μπόρεσα να την αγκαλιάσω. Tα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα ήταν τόσο λίγα, που όταν έβλεπες ένα χειροκροτούσες και το κοίταζες μέχρι να χαθεί, γιατί θ αργούσες πολύ να ξαναδείς άλλο. Tηλέφωνο ούτε ακούγαμε ούτε βλέπαμε. Για να το δει κανείς, έπρεπε να φάει ξύλο. Aν ήταν μικρός, στο γραφείο του διευθυντή του σχολείου· αν ήταν μεγάλος, στο γραφείο του διευθυντή της αστυνομίας. Tο φαΐ ήταν τόσο λίγο, που όταν το είχαν οι άνθρωποι μπροστά τους κάνανε το σταυρό τους σαν μπροστά σε εικόνισμα. Kλέφτες δεν υπήρχαν, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτα να τους κλέψεις. Tο μόνο που έκλεβαν κάθε τόσο τα παλικάρια ήταν καμιά όμορφη κοπέλα, κι αυτό γιατί ο μπαμπάς της τσιγγουνευόταν να τους τη δώσει κι αφού εκείνη προηγουμένως τους είχε κλέψει την καρδιά» -- Από το οπισθόφυλλο | ||
606 |
_91678 _aΜυθιστόρημα |
||
606 |
_938163 _aΝεοελληνική πεζογραφία _z20ός αι. |
||
676 | _a889.334 | ||
700 | 1 |
_4070 _aΣουρούνης _bΑντώνης _f(1942-) |
|
801 |
_aGR _bLIBR_Malevizi _gAACR2 |