000 03142nam a2200265 4500
001 3144
010 _a978-960-03-5024-1
090 _a3144
100 _a20170901h20102009m||y0grey50050 ga
101 0 _agre
102 _aGR
105 _ay||||||||||fy
106 _ar
200 1 _aΝύχτες με ουρά
_fΑντώνης Σουρούνης
210 _aΑθήνα
_cΚαστανιώτης
_d2010, c2009
215 _a248 [14] σ.
_d21 εκ.
330 _aΜια φορά κι έναν καιρό μπορεί να είχαν και οι άνθρωποι ουρά, γιατί άκουγα πολλές φορές τους μεγάλους να λένε "Πονάει η ουρά μου", "Με χτύπησε στην ουρά", αλλά τη δική μου δεν την είδα ποτέ, όσο και να έψαχνα στον καθρέφτη. Το λέω αυτό γιατί μου φαίνεται παράξενο να έχουν ουρά τα πράγματα και να μην έχει ο ίδιος ο άνθρωπος που τα φτιάχνει. Μπορεί όμως να φοβάται πως, έτσι κι αποκτήσει κάτι τέτοιο, θα γίνει αυτός ζώο, τώρα που τα έχει εξοντώσει όλα κι έχει κρατήσει μερικά σε μάντρες για να ξεγελάει τα παιδάκια. Άλλωστε ποτέ δε συμπάθησε τις ουρές, εκτός κι αν επρόκειτο για "Λεφτά με ουρά", "Παράδες με ουρά", "Λίρες με ουρά". Κανείς δεν έδωσε σημασία στο άλλο, που έλεγε "Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά". Συνήθως κοιμάμαι νωρίς και συνήθως με ξυπνάει γύρω στις τέσσερις κάποιο όνειρο, που ώσπου να το εξηγήσω δε σηκώνομαι από το κρεβάτι. Σκάλιζα σήμερα το μυαλό μου απορημένος μ' αυτό που πέρασε από πάνω μου. Τη λέξη «ουρά» είχα να τη δω ή να την ακούσω χρόνια κι έβλεπα για πρώτη φορά κάτι τέτοιο στον ύπνο μου. Και μάλιστα παρέα με μια άλλη λέξη, που είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. "Λεφτά με ουρά", αυτό έγραφε στο πλακάτ που κρατούσε το όνειρό μου και γέλασα με το πόσο γρήγορα έλυσα το γρίφο. "Νύχτες με ουρά λοιπόν", είπα δυνατά και σηκώθηκα να συνεχίσω το γράψιμο από κει που το άφησα χθες.
606 _938163
_aΝεοελληνική πεζογραφία
_z20ός αι.
606 _939146
_aΔιηγήματα, Νεοελληνικά
676 _a889.334
700 1 _4070
_aΣουρούνης
_bΑντώνης
_f(1942-)
801 _aGR
_bLIBR_Malevizi
_gAACR2